Κριτική Θεάτρου-Υπηρέτης δύο αφεντάδων

By on January 28, 2013
Filippidis

«Υπηρέτης με δύο αφεντικά» του Γκολντόνι στο θέατρο «Μουσούρη»

Ο Τρουφαλντίνο στη σύγχρονη θεατρική ελληνική σκηνή ή το ευτυχές λάθος του Φώτου Πολίτη.
Του Παναγιώτη Παπαγεωργίου Διδάκτωρ του ΑΠΘ

Βλέποντας στη σκηνή του Θεάτρου «Μουσούρη» έναν ώριμο θεατρικά Πέτρο Φιλιππίδη να πρωταγωνιστεί στην πασίγνωστη κωμωδία του Carlo Goldoni «Il servitore di due padroni» («Υπηρέτης με δυο αφεντικά»), να υποδύεται έναν απολαυστικότατο Τρουφαλντίνο, προερχόμενο από τις μάσκες της Commedia dell’arte, μου ήρθε στο νου η παροιμία «Ουδέν κακόν αμιγές καλού». Στην προκειμένη περίπτωση, το καλό είναι φυσικά η εξαίρετη ερμηνεία του Φιλιππίδη-Τρουφαλντίνου – Αρλεκίνου και το πολυ καλο θέαμα που βασίζεται όμως σε μια παρεξήγηση. Και για να εξηγούμαστε, πρόκειται για μια παρεξηγηση σωτήρια, την οποία δε φαίνεται να έχει αποφύγει ούτε ο πολύς Giorgio Strehler. Είναι η σχέση του Βενετού κωμωδιογράφου με την σκηνική πρακτική της αυτοσχεδιάζουσας κωμωδίας των ανηκόντων στην επαγγελματική συντεχνία ηθοποιών, που μεταμφιέζονταν σε Αρλεκίνους, Κολομπίνες και τα υπόλοιπα πρόσωπα, του πολύχρωμου θεατρικού καρναβαλιού.
Στο πρόγραμμα της παράστασης, υπάρχει ένα κείμενο του παλαιού κριτικού Φώτου Πολίτη, ο οποίος στην εποχή του μεσοπολέμου, είχε χρηματίσει διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Ο πασίγνωστος κάποτε θεατράνθρωπος γράφοντας για το έργο του Γκολντόνι, λέει πως βασίζεται στην σκηνική πράξη, που κάποιοι εννοούν ως δράση και όχι στο λόγο. Από παλιά λοιπόν οι Έλληνες θιασάρχες, σκηνοθέτες και ηθοποιοί εξέλαβαν τις κωμωδίες αυτές και ιδίως τον «Υπηρέτη», σαν έργα προσηλωμένα στους κανόνες της «Commedia dell’ arte», δηλαδή στον αυτοσχεδιασμό, στην έλλειψη ενός ολοκληρωμένου κειμένου και την χρήση ενός σεναρίου που παραμένει τόσο υποτυπώδες, όσο και στα χρόνια της ακμής του είδους. Και φυσικά στην γρήγορη κίνηση των ηθοποιών που αναπληρώνει την απουσία θεατρικού λόγου.
Το ευτύχημα είναι ότι ο Πέτρος Φιλιππίδης, αντίθετα με άλλους που «είδαν» το έργο σαν cartoon, που απαιτεί πολύ γρήγορους ρυθμούς, διείδε την πραγματική φύση ενός έργου, που εντάσσεται στην μεταρρύθμιση του ιταλικού κωμικού θεάτρου και το ξεπέρασμα των αναγεννησιακών θεατρικών κωδίκων. Κατάλαβε πως έχει να κάνει με ένα κείμενο που γίνεται έργο και όχι για ένα έργο που γίνεται κείμενο (με την σημειολογική έννοια του όρου). Έτσι από την παράδοση των εν Ελλάδι παραστάσεων της κωμωδίας αυτής, κρατάει έναν ελεγχόμενο αυτοσχεδιασμό και όχι έναν αδικαιολόγητο για μη ασκημένους ηθοποιούς και θεατές φρενήρη ρυθμό. Μ’ αυτό τον τρόπο, όχι μόνο σώζει την ουσία του έργου από τον εκφυλισμό σε ένα είδος καρτουνίστικης ποιότητας γρήγορου θεάματος, που ξεχνιέται αμέσως αλλά χαρίζει στο κοινό άφθονο γέλιο, που μένει στη μνήμη και μετά το τέλος της παράστασης, κάτι που η απουσία κειμένου θα καθιστούσε αδύνατο.
Εξίσου θετικό αποτέλεσμα έχει η τοποθέτηση της σκηνικής δράσης στη δεκαετία του ’60 και η μεταμόρφωση, εκ μέρους των διασκευαστών του γκολντονικού κειμένου Πέτρου Φιλιππίδη και Χρήστου Σιμαρδάνη, των προσώπων του έργου από βενετούς αστούς του 18ου αιώνα σε ανθρώπους της Μαφίας των μέσων του 20ου. Χωρίς να προδίδεται η ουσία της κωμωδίας, ούτε το μήνυμα που πάντα είχε κατά νου ο Γκολντόνι σε όλη την πορεία του ως θεατρικός συγγραφέας, δηλαδή η διατήρηση μιας απαραίτητης κοινωνικής ισορροπίας χωρίς αυτό να συνεπάγεται την ηθική δικαίωση των ισχυρών, καθώς και η αναδειξη των ταπεινών κοινωνικών τάξεων σε πιθανούς πρωταγωνιστές και του εξωθεατρικου παιχνιδιού, η επιλογή μιας κοντινότερης στις προσλαμβάνουσες του μέσου θεατή χρονικής στιγμής από εκείνη στην οποία εκτυλίσσεται το πρωτότυπο βοηθά την απρόσκοπτη παρακολούθηση της παράστασης εκ μέρους ενός κοινού που παραδίδεται στην απόλαυση του κωμικού λόγου και της σκηνικής παρουσίας, τόσο του Φιλιππίδη-Τρουφαλντίνο και των ηθοποιών που υποδύονται τους δυο κυρίους του πονηρού υπηρέτη, όσο και των υπολοίπων προσώπων.
Πριν προχωρήσουμε στην αξιολόγηση των συντελεστών της παράστασης, λίγα λόγια για το συγγραφέα και το έργο. Ο Ιταλός κωμωδιογράφος Κάρλο Γκολντόνι γεννήθηκε το 1707 στην Βενετία και πέθανε στο Παρίσι το 1797. Υπήρξε ένας εξαιρετικά γόνιμος συγγραφέας, τόσο πολύγραφος που πολλοί τον συγκρίνουν με τον Καλντερόν και τον Λοπε δε Βεγα. Παρόλο που ασχολήθηκε με όλα τα είδη του θεατρικού λόγου, διακρίθηκε στην κωμωδία χαρακτήρων και δοξάστηκε χάρη στην ανατροπή, που επέφερε στο ιταλικό θέατρο μεταρρυθμίζοντας την απαρχαιωμένη κωμωδία παρεξηγήσεων. Με την ακριβή αναπαράσταση των κοινωνικών ηθών και το ζωηρό του ύφος, πετυχαίνει να προσφέρει ταυτόχρονα στους θεατές υψηλό θεατρικό ήθος και ποιοτική ψυχαγωγία.
Ο «Υπηρέτης δυο Αφεντάδων», όπως έχει από παλιά επικρατήσει να μεταφράζεται στην ελληνική ο τίτλος του πρωτότυπου, γράφτηκε στην Πίζα και χωρίς να ανήκει στην χορεία των έργων του που υπηρετούσαν το στόχο της θεατρικής μεταρρύθμισης έγινε επιτυχία από την πρώτη κιόλας παράσταση, παρουσία του ίδιου του Γκολντόνι. Και παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή του έργα. Η υπόθεση μοιάζει σχηματική. Ο αιωνίως πεινασμένος Τρουφαλντίνο γίνεται, χάρη στην ευστροφία του, υπηρέτης δυο ερωτευμένων νεαρών ανθρώπων ταυτόχρονα και χωρίς οι δυο κύριοι του να το υποπτευθουν μέχρι το τέλος σχεδόν της σκηνικής δράσης. Στην πρώτη εκδοχή, ο Βενετός συγγραφέας έγραψε ένα είδος σεναρίου με σκηνικές οδηγίες που θα βοηθούσαν τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν. Αργότερα όμως του έδωσε ολοκληρωμένη μορφή και το σενάριο έγινε κείμενο.
Στην παράσταση του θεάτρου «Μουσούρη» έχουμε πρώτον την μεταφορά της εποχής στην οποία διαδραματίζεται η υπόθεση του έργου και δεύτερον τον συγκερασμό των δυο τρόπων παιξίματος που επιδέχεται ο «Υπηρέτης». Και οι δυο παρεμβάσεις του σκηνοθέτη Πέτρου Φιλιππίδη δικαιώνονται από το αποτέλεσμα. Ο ίδιος υποδύεται έναν Τρουφαλντίνο που κρατάει τα καλύτερα στοιχεία της παλιάς αρλεκίνικης μάσκας απαρνούμενος όμως το μονοδιάστατο της καρναβαλικής φιγούρας. Ο Τάκης Παπαματθαίου στον ρόλο του Pantalone, είναι πολύ κοντά στο σκηνικό ήθος των Ιταλών ηθοποιών, που ειδικεύονται σε παρόμοιους ρόλους και δεν ξεφεύγει χρησιμοποιώντας καρτουνίστικες ευκολίες.
Ο Χρηστος Σιμαρδάνης στο ρόλο του Lombardi, παίζει με το απαιτούμενο μπρίο παραμένοντας ο Lombardi του τελικού γκολντονικού κειμένου. Ο Πάνος Βλαχος είναι ένας απολαυστικός Silvio και η Άννα Μονογιού, μια πειστικότατη Clarice. H Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, στο ρόλο της, μεταμφιεσμένης σε Federigo, Beatrice Rasponi ερμηνεύει με κέφι και πειστικότητα έναν ενδιαφέροντα ρόλο. Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης συνδυάζοντας την ωραία σκηνική παρουσία με ένα χιούμορ που τον φέρνει πολύ κοντά στο είδος των ζεν-κωμίκ, αποδίδει τέλεια τον χαρακτήρα του ερωτευμένου τυχοδιώκτη. Ο Σπύρος Μπιμπίλας, στο ρόλο του είναι ένα αληθινό καρτούν και μας παραπέμπει στην καθαρά καρναβαλική πρώτη εκδοχή του ιταλικού κειμένου.
Το εύρημα τέλος των δυο αχθοφόρων και της κοπέλας που είναι ή παριστάνουν μέρος της πλατείας μας κάνει να ξαναβρεθούμε στην παράδοση της αυτοσχέδιας κωμωδίας. Χωρίς την προσθήκη της δήθεν τρακαρισμένης Φαίης Παπασπύρου, το έργο θα τελείωνε πολύ νωρίς ενώ και στις παραστασεις του Piccolo Tea tro di Milano, διάρκεια είναι τρεις ώρες.
Τέλος, τα σκηνικά με την αφαιρετικότητα τους, καθώς και οι φωτισμοί μας παραπέμπουν στην ατμόσφαιρα των αστυνομικών ταινιών του ’60.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>